πτύσις


πτύσις
πτύσις, , das Spucken, Anspucken; auch der Speichel

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πτύσις — πτύσῑς , πτύσις spitting fem acc pl (epic doric ionic aeolic) πτύσις spitting fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύσις — εως, ἡ, Α [πτύω] απόπτυση, φτύσιμο …   Dictionary of Greek

  • πτύσει — πτύσις spitting fem nom/voc/acc dual (attic epic) πτύσεϊ , πτύσις spitting fem dat sg (epic) πτύσις spitting fem dat sg (attic ionic) πτύω spit out aor subj act 3rd sg (epic) πτύω spit out fut ind mid 2nd sg πτύω spit out fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύσεις — πτύσις spitting fem nom/voc pl (attic epic) πτύσις spitting fem nom/acc pl (attic) πτύω spit out aor subj act 2nd sg (epic) πτύω spit out fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύσεσι — πτύσις spitting fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύσεσιν — πτύσις spitting fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύσιες — πτύσις spitting fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύσιν — πτύσις spitting fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτύσιος — πτύσις spitting fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Hemoptisis — (Del gr. haima, sangre + ptysis, acción de escupir.) ► sustantivo femenino MEDICINA Expulsión de sangre al toser. IRREG. plural hemoptisis * * * hemoptisis (de «hemo » y el gr. «ptýsis», expectoración) f. Med. Hemorragia de la mucosa de la… …   Enciclopedia Universal

  • αιμόπτυση — Η αποβολή από το στόμα αίματος που προέρχεται από το βρογχικό δένδρο και τους πνεύμονες. Παρότι συχνά αποτελεί εκδήλωση φυματικής πνευμονικής βλάβης, μπορεί να εμφανίζεται συχνά σε ορισμένες καρδιοπάθειες, σε βρογχεκτασίες, σε πνευμονικό έμφραγμα …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.